Στο ακόλουθο άρθρο πραγματοποιείται μία
προσπάθεια κριτικής παρουσίασης του άρθρου που περιλαμβάνεται στο βιβλίο
«Σημειώματα» του Ουμπέρτο Έκο με τίτλο: "Ένα θέαμα που λέγεται Μουντιάλ". Δικαίως θεωρείται πολύ ενδιαφέρουσα η άποψη του Ουμπέρτο Έκο, σχετικά με το παγκόσμιο
κύπελλο, καθώς είναι σίγουρα διαφορετική από αυτές που κυριαρχούν σήμερα.
Ο Έκο κλήθηκε από τον διευθυντή της
εφημερίδας “Espresso”, στην
οποία τότε εργαζόταν, να συντάξει – λόγω ασχετοσύνης, όπως λέει χαρακτηριστικά
και ο ίδιος – ,ένα
άρθρο για το παγκόσμιο κύπελλο του 1978. Πιθανόν και ο ίδιος ο διευθυντής του
πίστευε,
πως το αποτέλεσμα θα είναι κάτι πρωτότυπο, που θα τραβήξει την προσοχή των
αναγνωστών, εξαιτίας των ασυνήθιστων θέσεων που γνώριζε ότι είχε ο Έκο.
Τονίζει
στην συνέχεια, ότι το επιλεγμένο, θιγόμενο θέμα, σχετίζεται με τα αθλητικά
θεάματα και όχι με τα αθλήματα. Ο λόγος για τον οποίο ο Έκο πιστεύει ότι το
ποδόσφαιρο δεν πρέπει να συγκαταλέγεται στα αθλήματα, όπου τα τελευταία
πραγματώνονται για την επίτευξη προσωπικής ευχαρίστησης, είναι γιατί
περιλαμβάνει την καταπόνηση των αθλητών και την παρουσία κερδοσκοπικών
συμφωνιών. Ως αθλητικό θέαμα λοιπόν το παγκόσμιο κύπελλο, κατά την διάρκεια
διεξαγωγής του, μονοπωλεί σχεδόν το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αλλά και του κοινού, εξαιτίας της
διεθνούς αναμέτρησης.
Συμπεριλαμβάνοντας δύο θέσεις των Ερυθρών Ταξιαρχιών, – της τρομοκρατικής οργάνωσης ακραίων οπαδών του Μαρξ και του Λένιν, που έδρασε στην Ιταλία την δεκαετία του ’70 –, ολοκληρώνει την σκέψη του. Η πρώτη θέση υποστηρίζει την τυφλή υπακοή μίας συγκεκριμένης ομάδας στα ‘θέλω’ της εξουσίας. Η δεύτερη θέση υποστηρίζει τις λανθασμένες ενέργειες της παραπάνω ομάδας, παρόλη την ύπαρξη αγαθών κινήτρων για την καλυτέρευση του κόσμου. Ως αποτέλεσμα σύγκρισης αυτών των στοιχείων μας γνωστοποιείται ότι, η θέαση του παγκόσμιου κυπέλλου έχει δύο εκδοχές: είτε το κοινό παρακολουθεί έναν αγώνα έχοντας στο μυαλό του ότι πρόκειται για αναμέτρηση μεταξύ τρομοκρατών και κυβέρνησης, είτε το κοινό παρακολουθεί τον αγώνα γιατί βρίσκεται πιο κοντά στα άμεσα ενδιαφέροντά του, μη γνωρίζοντας ότι παραμελεί συμβάντα που λαμβάνουν χώρα την ίδια χρονική στιγμή. Όμως η έννοια του αθλητισμού δεν είναι αυτή. Δυστυχώς η υπέρ-προβολή του συγκεκριμένου τομέα του αθλητισμού κατέληξε να ορισθεί πολύ διαφορετικά από τον αρχικό συλλογισμό, που αναπτύχθηκε στην χώρα που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, την αρχαία Ελλάδα.
Αρχικά
λοιπόν ο Έκο, κάνει αναφορά σε
στιγμιότυπα της παιδικής του ηλικίας, θέλοντας
έτσι να προβάλλει το γεγονός ότι ποτέ δεν αγάπησε το ποδόσφαιρο. Γι’ αυτόν ήταν
ένα θέαμα χωρίς κανέναν σκοπό, που του έδινε εναύσματα για σκέψη, με κλίση προς
της αρνητικές φιλοσοφίες. Το γεγονός ότι, κατά την διάρκεια ποδοσφαιρικών
αναμετρήσεων μπορούν να λάβουν χώρα αμέτρητα, σοβαρά συμβάντα, όπως λιθοβολισμοί
που οδηγούν σε τραυματισμό οπαδών, φανατικές «εκρήξεις» των ιδίων, και ψυχική
πίεση των αθλητών λόγω στερήσεων κάθε είδους, του προξενούσε χαρά. Βέβαια, όχι
επειδή ο ίδιος ήταν κακός άνθρωπος, αλλά επειδή υπήρξε υποστηρικτής της ακραίας
άποψης ότι,
καλώς επέρχεται ο θάνατος των καλύτερων που αποκλίνουν πολύ από τον μέσο όρο,
έτσι ώστε οι υπόλοιποι να ζουν ομαλότερα.
Τονίζει
στην συνέχεια, ότι το επιλεγμένο, θιγόμενο θέμα, σχετίζεται με τα αθλητικά
θεάματα και όχι με τα αθλήματα. Ο λόγος για τον οποίο ο Έκο πιστεύει ότι το
ποδόσφαιρο δεν πρέπει να συγκαταλέγεται στα αθλήματα, όπου τα τελευταία
πραγματώνονται για την επίτευξη προσωπικής ευχαρίστησης, είναι γιατί
περιλαμβάνει την καταπόνηση των αθλητών και την παρουσία κερδοσκοπικών
συμφωνιών. Ως αθλητικό θέαμα λοιπόν το παγκόσμιο κύπελλο, κατά την διάρκεια
διεξαγωγής του, μονοπωλεί σχεδόν το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αλλά και του κοινού, εξαιτίας της
διεθνούς αναμέτρησης.
Εφόσον
τα μέσα μαζικής επικοινωνίας καταφέρνουν να χειραγωγούν την κοινή γνώμη, και
επιπλέον περιλαμβάνουν όλο το φάσμα των γεγονότων που μπορεί να απασχολεί τον
καθένα μας, όπως πολιτική, οικονομία, τέχνη και άλλα, ο Έκο επιλέγει να κάνει
έναν παραλληλισμό. Ο παραλληλισμός μεταξύ αθλητικής και πολιτικής συζήτησης
είναι σίγουρα εύστοχος. Θέλοντας να κατακρίνει την ευκολία με την οποία
επιλέγουμε το θέμα που θα ασχοληθούμε (στην προκειμένη περίπτωση το παγκόσμιο
κύπελλο), παραθέτει ορισμένα αληθή στοιχεία. Η αθλητική συζήτηση δεν
προϋποθέτει την ύπαρξη εξεζητημένων γνώσεων, αντίθετα μία πολιτική συζήτηση
περιλαμβάνει πολυπλοκότερα νοήματα, όρους και διευρυμένες γνώσεις. Είναι λογικό
το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων να κατευθύνεται προς τα αθλητικά δρώμενα,
γιατί εκεί είναι επιτρεπτή η διατύπωση γνώμης χωρίς συνέπειες. Την ίδια στιγμή
η υποστήριξη μίας βαρύγδουπης πολιτικής δήλωσης φαντάζει αποτρεπτική. Επιπλέον
κατακρίνεται η αδυναμία ενασχόλησης με τα αληθινά, σοβαρά, δημόσια ζητήματα,
αλλά και η αποστροφή ορισμένων συμβάντων, ειδικά κατά την διάρκεια του
παγκόσμιου κυπέλλου, που δεν επηρεάζουν άμεσα την «βολεμένη» καθημερινότητα του
καθενός.


Συμπεριλαμβάνοντας δύο θέσεις των Ερυθρών Ταξιαρχιών, – της τρομοκρατικής οργάνωσης ακραίων οπαδών του Μαρξ και του Λένιν, που έδρασε στην Ιταλία την δεκαετία του ’70 –, ολοκληρώνει την σκέψη του. Η πρώτη θέση υποστηρίζει την τυφλή υπακοή μίας συγκεκριμένης ομάδας στα ‘θέλω’ της εξουσίας. Η δεύτερη θέση υποστηρίζει τις λανθασμένες ενέργειες της παραπάνω ομάδας, παρόλη την ύπαρξη αγαθών κινήτρων για την καλυτέρευση του κόσμου. Ως αποτέλεσμα σύγκρισης αυτών των στοιχείων μας γνωστοποιείται ότι, η θέαση του παγκόσμιου κυπέλλου έχει δύο εκδοχές: είτε το κοινό παρακολουθεί έναν αγώνα έχοντας στο μυαλό του ότι πρόκειται για αναμέτρηση μεταξύ τρομοκρατών και κυβέρνησης, είτε το κοινό παρακολουθεί τον αγώνα γιατί βρίσκεται πιο κοντά στα άμεσα ενδιαφέροντά του, μη γνωρίζοντας ότι παραμελεί συμβάντα που λαμβάνουν χώρα την ίδια χρονική στιγμή. Όμως η έννοια του αθλητισμού δεν είναι αυτή. Δυστυχώς η υπέρ-προβολή του συγκεκριμένου τομέα του αθλητισμού κατέληξε να ορισθεί πολύ διαφορετικά από τον αρχικό συλλογισμό, που αναπτύχθηκε στην χώρα που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, την αρχαία Ελλάδα.
Τελικά,
αυτή η κατανομή την έντασης που δημιουργεί η επικαιρότητα σε ζητήματα που
μπορούν να γίνουν ευκολότερο κατανοητά από την κοινή γνώμη, οδηγεί σε βαθμιαία
φθορά της κοινωνίας, καθώς η ίδια δεν είναι δυνατόν να εξοικειωθεί με
συνθετότερα προβλήματα και να οδηγηθεί στη λύση τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου