Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Η παρουσία και η δράση της οργής στα συναισθήματά μας


     Για την συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου, επιλέχθηκε και πάλι ως βάση ένα κείμενο που περιλαμβάνεται στο βιβλίο "Σημειώματα" του Ουμπέρτο Έκο. Αυτή τη φορά θίγεται το θέμα της οργής. Κατά την άποψη του, η οργή δικαίως συγκαταλέγεται στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, και μάλιστα ως επιπρόσθετο επιχείρημα τονίζει ότι αποδοκιμάζεται εξίσου σε πολλά σημεία της Βίβλου.

      Παρόλη την επίκριση των οργισμένων και των αποτελεσμάτων των πράξεων τους, οι άνθρωποι συνεχίζουν έως και σήμερα να δέχονται ορισμένα ξεσπάσματα θυμού ως φυσιολογικά. Δίχως σκέψη, την ευθύνη των ξεσπασμάτων την επιρρίπτουν πολλές φορές στον Θεό, γεγονός που όμως έρχεται σε αντιπαράθεση με τα λεγόμενα και τις αναφορές στη Βίβλο, στις ρήσεις της οποίας κατακρίνονται τέτοιες συμπεριφορές.

      Παραμερίζοντας για λίγο τα αποτελέσματα της οργής, ο Έκο παρουσιάζει την άποψη του Αγίου Θωμά του Ακινάτη, που δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη δική του, σχετικά με τον ορισμό της οργής. Υποστηρίζεται λοιπόν, η ύπαρξη της θεωρίας των παθών, όπου οι αισθήσεις των ανθρώπων μπορούν να διακριθούν σε αυτές τις επιθυμίας και σε αυτές της οργής. Αφενός με τον όρο επιθυμία εννοείται η διάκριση των πραγμάτων, για τα οποία είμαστε ήδη υποψιασμένοι, σε καλό και κακό. Αφετέρου με τον όρο οργή, εννοείται η διάκριση των πραγμάτων σε καλό και κακό, με βάση αυτά που μας προκαλούν τάση για φυγή ή κατάκτηση. Οι έννοιες του καλού και του κακού δεν μπορούν παρά να είναι τελείως υποκειμενικές, καθώς υπάρχει διαφορετικότητα μεταξύ των ανθρώπων και ποικιλία ανάμεσα στις αισθήσεις τους. Ακόμα και η λογική εν τέλει, υπακούει στους νόμους της επιθυμίας.

      Στη συνέχεια ο Έκο, αναφέρει την υποδιαίρεση της επιθυμίας εκ νέου, όπου συμπεριλαμβάνονται όλα τα αντίθετα συναισθήματα, σε ζεύγη, που είναι πιθανόν να ενεργοποιηθούν με αφορμή μία κατάσταση. Αντιθέτως, η οργή είναι η μόνη η οποία δεν αντιπαρατίθεται σε κανέναν άλλο πάθος και γι’ αυτό χαρακτηρίζεται ως αντιφατική. Υπάρχει πληθώρα διαστάσεων που μπορούν να πραγματωθούν μέσω της οργής, από την αναγκαιότητα για δικαιοσύνη, έως την τιμωρία όλων εκείνων που την διαστρέβλωσαν και οδηγήθηκαν σε αδικίες. Ένας οργισμένος σκέφτεται ταυτόχρονα λογικά και παράλογα, διαθέτει κατ’ επέκταση ανάμεικτα συναισθήματα και αδυνατεί να πάρει αποφάσεις. Ουσιαστικά αμφιταλαντεύεται μεταξύ δράσης και απραξίας και πολεμά με τον ίδιο του τον εαυτό, με σκοπό την ανεύρεση μιας λύσης που θα ικανοποιεί τον συλλογισμό του.

      Επιπρόσθετα, το συναίσθημα της οργής καθεαυτό δεν μπορεί να έχει «καλή» εκδοχή, ωστόσο δεν πρέπει να πραγματοποιείται γενίκευση των καταστάσεων. Η παραπάνω διατύπωση απορρέει συμπερασματικά από παραδείγματα που περιγράφονται στο άρθρο του Έκο. Πιο συγκεκριμένα, όλοι εκείνοι που πράττουν «τέλεια εγκλήματα» δεν δρουν με οδηγό την οργή, αλλά υπολογίζουν τα αντίθετα, τα «ζυγίζουν» με τον τρόπο που θεωρούν κατάλληλο και φτάνουν τελικά στην πράξη. Από την άλλη πλευρά οι επονομαζόμενοι «πολέμαρχοι» της δικαιοσύνης, που στα ξεσπάσματά τους, παρακινούμενοι από την οργή που τους κατακλύζει, ρημάζουν ότι βρουν στο πέρασμά τους, έχουν μηδενικό ή αμφίβολο αποτέλεσμα.

      Τελικά όμως, η πραγματική οργή θα είναι εκείνη που θα εξωτερικευθεί από τους έχοντες (δικαίως) δίκιο, συμπληρώνει με τα λεγόμενά του ο Έκο. Πιθανόν αυτό θα συμβεί εάν οι ίδιοι φτάσουν στα προσωπικά τους όρια, και τότε η οργή θα προξενήσει βλάβες τόσο στο σύνολο, όσο και στους ίδιους τους εαυτούς των εμπλεκόμενων. Κατ’ αυτόν θα τρόπο θα δηλωθεί ξεκάθαρα η «υποταγή» στα πάθη τους και ειδικά σε αυτό της οργής.

     Είναι λυπηρό το γεγονός ότι, στην εποχή μας κυριαρχεί η οργή και όχι όπως θα έπρεπε η έκφραση των συναισθημάτων. Σε τελική ανάλυση δηλαδή, κάποιος προτιμά να βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, παρά να φανερώσει τα πραγματικά του αισθήματα. Παρόλο που ο καθένας λειτουργεί ατομικά, η κοινωνία μας επηρεάζεται άμεσα από την εκάστοτε συμπεριφορά. Καταλήγει να είναι τελικά μία κοινωνία δίχως λογική που δεν μπορεί να εγγυηθεί πλέον ούτε την εκπλήρωση των αναγκών για τις οποίες δημιουργήθηκε.

      Συνοψίζοντας, μπορεί να διατυπωθεί η άποψη ότι ο Ουμπέρτο Έκο είναι μία προσωπικότητα, που ερευνά προσεκτικά και συλλογικά την κάθε κατάσταση, παραμερίζοντας το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης. Πολύ περισσότερο αναζητά τις ‘κρυμμένες’ αλήθειες πίσω από γεγονότα, που ο περισσότερος κόσμος θεωρεί ως φυσιολογικά. Γι’ αυτό άλλωστε αποτελεί έναν από τους γνωστότερους και πιο αξιόλογους σημειωτιστές παγκοσμίως.


Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

34ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης


     Όπως πιστά επί δεκαετίες πραγματοποιείται το φεστιβάλ βιβλίου Θεσσαλονίκης, έτσι και φέτος άνοιξε τις πύλες του την 5η του Ιούνη. Στον γνωστό πλέον χώρο, μετά τον Λευκό Πύργο και μπροστά από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έχουν τοποθετηθεί τα περίπτερα, στο επάνω μέρος των οποίων αναγράφεται το όνομα του κάθε εκδότη. Στην φετινή διοργάνωση, ο αριθμός των συμμετεχόντων εκδοτών από όλη την Ελλάδα είναι αυξημένος και αγγίζει του 180, ενώ οι τίτλοι βιβλίων που εκτίθεται φτάνουν τους 30.000. Η τοποθεσία – στον πολυσύχναστο παραλιακό δρόμο της πόλης –  είναι σημαντική διότι προσελκύει ακόμη και άτομα που πιθανόν δεν έχουν λάβει γνώση σχετικά με λειτουργία του φεστιβάλ. Ωστόσο ένας παράγοντας που επηρεάζει την προσέλευση του κοινού είναι ο καιρός, ο οποίος κάθε χρόνο, κατά έναν τρόπο ανεξήγητο, είναι βροχερός. Ας ελπίσουμε ότι φέτος οι καιρικές συνθήκες θα μεταβληθούν προς το καλύτερο, αυξάνοντας τον αριθμό των επισκεπτών της εκδήλωσης.









     Η συνολική διάρκεια του φεστιβάλ είναι 17 ημέρες, σε καθεμιά από τις οποίες υπάρχει προγραμματισμένη παρουσίαση βιβλίου από τον εκάστοτε συγγραφέα. Με αυτόν τον τρόπο δίνεται η ευκαιρία, ακόμη και σε τυχαίους περαστικούς να δοκιμάσουν να μυηθούν στον κόσμο του βιβλίου, ξεκινώντας από την παρακολούθηση μίας παρουσίασης, που ίσως αφυπνίσει θετικά συναισθήματα. Γι’ αυτόν τον λόγο ένα απόγευμα στην παραλία της Θεσσαλονίκης, μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκρως ενδιαφέρον”, ιδιαίτερα για τους λάτρεις του βιβλίου, συνδυάζοντας μία απλή βόλτα με την επιλογή ενός αξιόλογου βιβλίου, που υποβοηθά την πνευματική καλλιέργεια του καθενός.
     Τέλος, γνωστοποιείται το ορισμένο ωράριο λειτουργίας της διοργάνωσης, καθημερινά (συμπεριλαμβανομένου του Σαββάτου) 18:30-23:00 και την Κυριακή 11:00-13:30 και 18:30-23:00. Το πιο σημαντικό γεγονός είναι ότι η εκδήλωση αυτή μας δίνει την δυνατότητα να πλησιάσουμε, όσο επιθυμεί ο καθένας βέβαια, τον κόσμο του πολιτισμού και των τεχνών, που αποτελούν αξιοσημείωτα στοιχεία για την ανάπτυξη των ευρύτερων γνώσεών μας, αλλά και της γενικότερης παιδείας.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Μία διαφορετική προσέγγιση του Μουντιάλ

      Στο ακόλουθο άρθρο πραγματοποιείται μία προσπάθεια κριτικής παρουσίασης του άρθρου που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Σημειώματα» του Ουμπέρτο Έκο με τίτλο: "Ένα θέαμα που λέγεται Μουντιάλ". Δικαίως θεωρείται πολύ ενδιαφέρουσα η άποψη του Ουμπέρτο Έκο, σχετικά με το παγκόσμιο κύπελλο, καθώς είναι σίγουρα διαφορετική από αυτές που κυριαρχούν σήμερα.

      Ο Έκο κλήθηκε από τον διευθυντή της εφημερίδας “Espresso”, στην οποία τότε εργαζόταν, να συντάξει – λόγω ασχετοσύνης, όπως λέει χαρακτηριστικά και ο ίδιος – ,ένα άρθρο για το παγκόσμιο κύπελλο του 1978. Πιθανόν και ο ίδιος ο διευθυντής του πίστευε, πως το αποτέλεσμα θα είναι κάτι πρωτότυπο, που θα τραβήξει την προσοχή των αναγνωστών, εξαιτίας των ασυνήθιστων θέσεων που γνώριζε ότι είχε ο Έκο.
      Αρχικά λοιπόν ο Έκο, κάνει αναφορά σε 
στιγμιότυπα της παιδικής του ηλικίας, θέλοντας έτσι να προβάλλει το γεγονός ότι ποτέ δεν αγάπησε το ποδόσφαιρο. Γι’ αυτόν ήταν ένα θέαμα χωρίς κανέναν σκοπό, που του έδινε εναύσματα για σκέψη, με κλίση προς της αρνητικές φιλοσοφίες. Το γεγονός ότι, κατά την διάρκεια ποδοσφαιρικών αναμετρήσεων μπορούν να λάβουν χώρα αμέτρητα, σοβαρά συμβάντα, όπως λιθοβολισμοί που οδηγούν σε τραυματισμό οπαδών, φανατικές «εκρήξεις» των ιδίων, και ψυχική πίεση των αθλητών λόγω στερήσεων κάθε είδους, του προξενούσε χαρά. Βέβαια, όχι επειδή ο ίδιος ήταν κακός άνθρωπος, αλλά επειδή υπήρξε υποστηρικτής της ακραίας άποψης ότι, καλώς επέρχεται ο θάνατος των καλύτερων που αποκλίνουν πολύ από τον μέσο όρο, έτσι ώστε οι υπόλοιποι να ζουν ομαλότερα.
      Τονίζει στην συνέχεια, ότι το επιλεγμένο, θιγόμενο θέμα, σχετίζεται με τα αθλητικά θεάματα και όχι με τα αθλήματα. Ο λόγος για τον οποίο ο Έκο πιστεύει ότι το ποδόσφαιρο δεν πρέπει να συγκαταλέγεται στα αθλήματα, όπου τα τελευταία πραγματώνονται για την επίτευξη προσωπικής ευχαρίστησης, είναι γιατί περιλαμβάνει την καταπόνηση των αθλητών και την παρουσία κερδοσκοπικών συμφωνιών. Ως αθλητικό θέαμα λοιπόν το παγκόσμιο κύπελλο, κατά την διάρκεια διεξαγωγής του, μονοπωλεί σχεδόν το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αλλά και του κοινού, εξαιτίας της διεθνούς αναμέτρησης.

      Εφόσον τα μέσα μαζικής επικοινωνίας καταφέρνουν να χειραγωγούν την κοινή γνώμη, και επιπλέον περιλαμβάνουν όλο το φάσμα των γεγονότων που μπορεί να απασχολεί τον καθένα μας, όπως πολιτική, οικονομία, τέχνη και άλλα, ο Έκο επιλέγει να κάνει έναν παραλληλισμό. Ο παραλληλισμός μεταξύ αθλητικής και πολιτικής συζήτησης είναι σίγουρα εύστοχος. Θέλοντας να κατακρίνει την ευκολία με την οποία επιλέγουμε το θέμα που θα ασχοληθούμε (στην προκειμένη περίπτωση το παγκόσμιο κύπελλο), παραθέτει ορισμένα αληθή στοιχεία. Η αθλητική συζήτηση δεν προϋποθέτει την ύπαρξη εξεζητημένων γνώσεων, αντίθετα μία πολιτική συζήτηση περιλαμβάνει πολυπλοκότερα νοήματα, όρους και διευρυμένες γνώσεις. Είναι λογικό το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων να κατευθύνεται προς τα αθλητικά δρώμενα, γιατί εκεί είναι επιτρεπτή η διατύπωση γνώμης χωρίς συνέπειες. Την ίδια στιγμή η υποστήριξη μίας βαρύγδουπης πολιτικής δήλωσης φαντάζει αποτρεπτική. Επιπλέον κατακρίνεται η αδυναμία ενασχόλησης με τα αληθινά, σοβαρά, δημόσια ζητήματα, αλλά και η αποστροφή ορισμένων συμβάντων, ειδικά κατά την διάρκεια του παγκόσμιου κυπέλλου, που δεν επηρεάζουν άμεσα την «βολεμένη» καθημερινότητα του καθενός.



      Συμπεριλαμβάνοντας δύο θέσεις των Ερυθρών Ταξιαρχιών, – της τρομοκρατικής οργάνωσης ακραίων οπαδών του Μαρξ και του Λένιν, που έδρασε στην Ιταλία την δεκαετία του ’70 –, ολοκληρώνει την σκέψη του. Η πρώτη θέση υποστηρίζει την τυφλή υπακοή μίας συγκεκριμένης ομάδας στα ‘θέλω’ της εξουσίας. Η δεύτερη θέση υποστηρίζει τις λανθασμένες ενέργειες της παραπάνω ομάδας, παρόλη την ύπαρξη αγαθών κινήτρων για την καλυτέρευση του κόσμου. Ως αποτέλεσμα σύγκρισης αυτών των στοιχείων μας γνωστοποιείται ότι, η θέαση του παγκόσμιου κυπέλλου έχει δύο εκδοχές: είτε το κοινό παρακολουθεί έναν αγώνα έχοντας στο μυαλό του ότι πρόκειται για αναμέτρηση μεταξύ τρομοκρατών και κυβέρνησης, είτε το κοινό παρακολουθεί τον αγώνα γιατί βρίσκεται πιο κοντά στα άμεσα ενδιαφέροντά του, μη γνωρίζοντας ότι παραμελεί συμβάντα που λαμβάνουν χώρα την ίδια χρονική στιγμή. Όμως η έννοια του αθλητισμού δεν είναι αυτή. Δυστυχώς η υπέρ-προβολή του συγκεκριμένου τομέα του αθλητισμού κατέληξε να ορισθεί πολύ διαφορετικά από τον αρχικό συλλογισμό, που αναπτύχθηκε στην χώρα που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, την αρχαία Ελλάδα.
      Τελικά, αυτή η κατανομή την έντασης που δημιουργεί η επικαιρότητα σε ζητήματα που μπορούν να γίνουν ευκολότερο κατανοητά από την κοινή γνώμη, οδηγεί σε βαθμιαία φθορά της κοινωνίας, καθώς η ίδια δεν είναι δυνατόν να εξοικειωθεί με συνθετότερα προβλήματα και να οδηγηθεί στη λύση τους.
      

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Πριν, τώρα, σε λίγο, αύριο, ίσως και ποτέ…



                      

Είναι συχνό φαινόμενο να ξεχνιόμαστε πολλές φορές όταν κάνουμε κάτι που πραγματικά μας αρέσει και το αγαπάμε. Χάνεται η αίσθηση του χρόνου και κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για τις ώρες που έχουν περάσει γιατί ακριβώς αποτελούν παρελθόν. Από την αντίθετη πλευρά όμως, όταν ζούμε μία δύσκολη κατάσταση την οποία ίσως αποφεύγαμε να αντιμετωπίσουμε ή ανυπομονούμε για μία άλλη, ο χρόνος μοιάζει τόσο μεγάλος και σχεδόν απροσπέλαστος.

Η παραπάνω κατάσταση λοιπόν αποτελεί γεγονός και συνεχίζει να παραμένει στην καθημερινότητα, για να υπενθυμίζει και να τονίζει κατά κάποιο τρόπο τις επιθυμίες μας. Το συμπέρασμα αυτό διατυπώνεται με ευκολία καθώς πρέπει απλά να συλλογιστούμε πότε ο χρόνος κυλάει σε γρήγορους και πότε σε αργούς ρυθμούς. Φυσικά όταν λαμβάνει χώρα η ιδεατή για τον καθένα μας κατάσταση που έχει στο μυαλό του, νομίζουμε ότι η ώρα δεν λογαριάζει τίποτα και περνάει αβίαστα. Από την άλλη πλευρά όταν συμβαίνει κάτι λυπηρό, κάτι μη αναμενόμενο ή είναι κάτι για το οποίο πρέπει να περιμένουμε, ο χρόνος φαντάζει στα μάτια μας ατελείωτος.

Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο λεγόταν, λέγεται και ακόμα προσπαθεί να επιβεβαιωθεί η άποψη ότι η έννοια του χρόνου, της ώρας, των λεπτών, των δευτερολέπτων, των ημερών, δεν είναι παρά μία ιδέα που μεγαλοποιούμε στο μυαλό μας, ανάλογα με την κατάσταση που προκύπτει κάθε φορά. Είναι μία ιδέα που ασπαζόμαστε όταν βιαζόμαστε να φτάσει η κατάλληλη στιγμή, ενώ απορρίπτουμε όταν απολαμβάνουμε μία κατάσταση και αποφεύγουμε να της δώσουμε τέλος, εξαιτίας της έντονης προσμονής της. Βέβαια πώς να αποχωριστείς ή να τελειώσεις κάτι το οποίο μόνο εσύ ο ίδιος ήξερες πόσο πολύ περίμενες; Η σκέψη και μόνο πως η στιγμή αυτή θα διαρκέσει όσο το ‘τσακ’ ενός μισοτελειωμένου αναπτήρα σε φέρνει σε απόγνωση. Δεν υπάρχει όμως φάρμακο ή γιατρειά γι ‘αυτήν την ανυπομονησία. Άλλωστε γιατί να προσπαθήσει κανείς να την καταπολεμήσει, αφού όταν πραγματώνεται είναι τόσο γλυκιά;



Σίγουρα όλοι θα θέλαμε να ‘μικρύνουμε’ τον χρόνο άλλες φορές και άλλοτε να του προσθέσουμε επιπλέον λεπτά για να παρατείνουμε την χαρά μας. Όμως χωρίς αυτές τις άκρως συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές δεν θα καταφέρναμε να απολαύσουμε ή να αντιμετωπίσουμε τις ακριβώς αντίθετες τους. Επομένως είτε ο χρόνος είναι μία ιδέα που ‘τρέχει’ ή ‘σταματάει’ στο νου του καθενός από μας, είτε όντως υπάρχει και αντικατοπτρίζεται στα ρολόγια και τα ημερολόγια, μας υποδεικνύει πως πρέπει να εκμεταλλευόμαστε κάθε στιγμή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και όχι να την σπαταλάμε.